Saturday, October 3, 2009

Le Petit Chaperon Rouge - Eva Michalaki - 09.10.2009

“The present contains nothing more than the past, and what is found in the effect was already in the cause” - Henri Bergson

Eva Michalaki’s visual practice is a personal transcription of time. Michalaki’s works can be seen as the writing of a private version of history, which does not necessarily aim for an objective description of accurate events but rather the creation of a vivid narrative based on experience and strong imagery. Following the tradition of a young girl’s diary she orchestrates total environments based on free association that depict her position in a particular instant. Michalaki’s narration of history deduced by autobiographical elements draws from the basic and universal qualities of a fairy tale rather than those of an epistemic depiction of the past.

In her previous preoccupation with travel journals she has attempted to record the present through first hand observations and a visual reading of her own experiences of dislocation. Michalaki marks her own spacetime continuum by creating a compilation of memories through the fragments of a voyage. Like a contemporary visual Pausanias, she produces books that map a certain autobiogeography composed by phrases, photographs, scraps, sketches and storylines. These hybrid artist’s books are produced in the philosophy of the collage in a manner that betray Michalaki’s fascination for the interspersion of media, typical of the Surrealist tradition, that ultimately flirts with the elimination of the medium borders. The horror vacui composition of these scrapbooks is evidence of the artist’s erratic, almost childlike, fury for creation and of the particular esthesia of time distinct only in the traveler’s haste to absorb the most in a limited duration.

In Le Petit chaperon rouge, the artist transforms her travel journal into a time travel diary. The manifestation of this travel is no longer a book, but a complete installation comprising of three chapters, each of which are experienced like flipping through the pages of one of her travel journals. In this time travel diary, Michalaki explores the fragmented memories of a childhood following the free association method seen in her travel journals. The artist’s choice of title reflects a young girl’s coming of age passage, as seen in the fairy tale. After having left home, little red ridding hood ventures into a series of ominous events that she faces alone. Before coming out of this series of events with the maturity of experience, she is first victimized as a child by the dark forces of which she had not been prepared.

The introductory section of the exhibition welcomes the viewer to enter as a guest, the privacy of the staged memoir. The gauze canopy that protects the installation, creates the sense of the blurry, dreamlike ambiance of a distant memory cut off from reality, but also hints on a traumatic character of an introverted childhood. The pendulous toys and stitched children’s clothing of the mobile skulking over the visitor’s head mirror the trauma of an action suspended midway. The seating of comfortable cushions on the floor and the open invitation to a young girl’s notebooks console the harshness of the mobile and act as a version of a child’s security blanket. The entrance to the next chapter of Le petit Chaperon rouge, is closed off to the viewer. Behind bars and in a completely dark environment, a white nightgown is hung creating the eerie effect of a haunting past that is secured in the darkest corners of memory. The final section of the exhibition acts as the replica of a home. Drawings of household objects are hanging from the wall and two diaries invite the viewer to glimpse into the rules of the host. The delicate materials of the artist’s handmade bookbinding and the intimacy of the thoughts scribbled in the diaries, seem to silently demand the viewer’s caution and care similar to what is expected by a friend invited to the artist’s home.

The naif morale of the fairy tale, the ghostly image of a flowing white nightgown, the unsystematic sequence of drawings on tracing paper notebooks pose as hazy remnants of a past joined only by the artist’s stream of consciousness. The exhibition reads less as a tribute to the loss of childhood and more as a testament to it after having achieved a level of maturity in recording time through the consciousness of personal experience.
By Evita Tsokanta

"Το παρόν δεν περιέχει τίποτε περισσότερο από το παρελθόν και ό,τι υπάρχει στο αιτιατό ήταν ήδη στην αιτία" - Henry Bergson

Η εικαστική πρακτική της Εύας Μιχαλάκη είναι μια προσωπική μεταγραφή του χρόνου, αποδελτιώσεις μιας μύχιας εκδοχής της ιστορίας. Τα έργα της δεν στοχεύουν σε μια αντικειμενική και ακριβή περιγραφή των γεγονότων αλλά στη σύνθεση μιας γλαφυρής αφήγησης που βασίζεται στην εμπειρία και τη δυνατή εικονογραφία. Αντλεί έτσι στοιχεία από την παράδοση του κοριτσίστικου ημερολογίου, για να ενορχηστρώσει καθολικά, συνειρμικά περιβάλλοντα τα οποία μοιάζουν να εντοπίζουν κάθε φορά τη θέση της σε μια δεδομένη στιγμή. Ο τρόπος με τον οποίον η Μιχαλάκη αφηγείται την ιστορία συγκροτείται από αυτοβιογραφικά στοιχεία· οφείλει περισσότερα στις βασικές και καθολικές ιδιότητες των παραμυθιών παρά στις επιστημονικές απεικονίσεις του παρελθόντος.

Όπως και στα ταξιδιωτικά ημερολόγια, με τα οποία έχει ασχοληθεί στο παρελθόν, η Μιχαλάκη επιχειρεί να καταγράψει το παρόν μέσα από πρωτογενείς παρατηρήσεις και μια εικαστική ανάγνωση των μετακινήσεών της. Χαράσσει έτσι ένα δικό της χωροχρονικό συνεχές, ανθολογώντας αναμνήσεις, συλλέγοντας ταξιδιωτικά αποσπάσματα. Σαν ένας σύγχρονος εικαστικός Παυσανίας, δημιουργεί βιβλία τα οποία λειτουργούν σαν χαρτογραφήσεις μιας αυτοβιογεωγραφίας αποτελούμενης από φράσεις, φωτογραφίες, αποκόμματα, σχέδια και σενάρια. Τα υβριδικά artist book της Μιχαλάκη οφείλουν πολλά στη φιλοσοφία του κολάζ και προδίδουν τη γοητεία που της ασκεί η – τόσο χαρακτηριστική στους Σουρεαλιστές- εναλλαγή των μέσων η οποία εντέλει ισοδυναμεί με κατάλυση των ορίων ανάμεσα στα μέσα. Η σύνθεση των σημειωματαρίων της διακρίνεται από horror vacui το οποίο καταδεικνύει μια ακατάστατη, σχεδόν παιδική δημιουργική ορμή και την ιδιαίτερη εκείνη, βιαστική αίσθηση του χρόνου που χαρακτηρίζει τον ταξιδιώτη που ρουφάει όσο γίνεται περισσότερα σε όσο γίνεται συντομότερο χρόνο.

Στην έκθεση Le Petit Chaperon Rouge, η καλλιτέχνης μεταλλάσσει τα ταξιδιωτικά της ημερολόγια στο χώρο σε ένα ημερολόγιο ταξιδιού στο χρόνο. Η έκφραση του ταξιδιού αυτού δεν είναι πια ένα βιβλίο αλλά μια πλήρης εγκατάσταση που απαρτίζεται από τρία κεφάλαια και καλεί το θεατή να περιηγηθεί μέσα της σαν να φυλλομεττρά ένα βιβλίο. Σε αυτό το ημερολόγιο χρονικού ταξιδιού, η Μιχαλάκη διερευνά τις θραυσματικές αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, ακολουθώντας και πάλι τη μέθοδο των ελεύθερων συνειρμών που συναντάμε και στα ταξιδιωτικά της ημερολόγια. Η επιλογή του τίτλου αντανακλά το πέρασμα ενός κοριτσιού στην ενήλικη ζωή, όπως φαίνεται και στο παραμύθι. Η Κοκκινοσκουφίτσα φεύγει από το σπίτι της και ζει μια σειρά από απειλητικά επεισόδια τα οποία αντιμετωπίζει μόνη της. Πριν βγει από αυτήν την ακολουθία γεγονότων με την ωριμότητα της εμπειρίας, θυματοποιείται ως παιδί ακόμη από τις σκοτεινές δυνάμεις για τις οποίες δεν είναι προετοιμασμένη.

Το εισαγωγικό τμήμα της έκθεσης καλωσορίζει τον θεατή ως επισκέπτη στα ενδότερα μιας σκηνοθετημένης ανάμνησης. Η κουνουπιέρα από γάζα που προφυλάσει την εγκατάσταση, δημιουργεί το αίσθημα της θολής, ονειρικής ατμόσφαιρας μιας μακρινής ανάνμνησης που είναι αποκομμένη από την πραγματικότητα, αλλά ταυτόχρονα υπαινίσσεται το τραυματικό χαρακτήρα μιας εσωστρεφούς παιδικότητας. Τα αιωρούμενα παιχνίδια και ραμμένα παιδικά ρούχα που παραμονεύουν πάνω από το κεφάλι του επισκέπτη καθρεφτίζουν τα τραύμα μιας πράξης που αναστέλλεται στα μισά. Τα καθίσματα από μαξιλάρια στο πάτωμα και η σιωπηλή, ανοιχτή πρόσκληση στα σημειωματάρια ενός κοριτσιού συμβιβάζουν τη σκληρότητα του mobile και δρουν σαν μια άλλη εκδοχή της παιδικής κουβέρτας που προσφέρει ασφάλεια. Η είσοδος στο επόμενο κεφάλαιο του Le petit Chaperon rouge, είναι κλεισμένη για το θεατή. Πίσω από σιδεριές και σε ένα εντελώς σκοτεινό περιβάλλον, κρέμεται ένα λευκό νυχτικό που δημιουργεί την απόκοσμη εντύπωση ενος παρελθόντος που σε στοιχειώνει αλλά παραμένει ασφαλισμένο στις πιο σκοτεινές γωνιές της μνήμης. Το τελευταίο κομμάτι της έκθεσης λειτουργεί σαν μια ρέπλικα σπιτιού. Σχέδια από αντικείμενα του σπιτιού κρέμονται από τους τοίχους και δυο ημερολόγια προσκαλούν το θεατή να κρυφοκοιτάξει τους κανόνες του οικοδεσπότη. Όπως και οι απατήσεις που έχει ο καλεσμένος στο σπίτι του καλλιτέχνη, έτσι και τα ευαίσθητα υλικά της χειροποίητης βιβλιοδεσίας και η οικειότητα των σκέψεων που έχουν καταγραφεί στα ημερολόγια, δείχνουν να απαιτούν σιωπηλά την προσοχή και φροντίδα του θεατή.

Το ναϊφ φρόνημα του παραμυθιού, η εξαϋλωμένη εικόνα του λευκού νυχτικού που κυματίζει, η μη-συστηματική ακολουθία των σχεδίων στα μπλοκ ιχνογραφίας από ριζόχαρτο ποζάρουν σα συγκεχυμένα απομεινάρια ενός παρελθόντος που συνδέονται μόνο από τη ροή της συνείδησης του καλλιτέχνη. Η ανάγνωση της έκθεσης είναι λιγότερο ένας φόρος τιμής στην απώλεια της παιδικότητας και περισσότερο μια διαθήκη σε αυτή, όταν πια η καλλιτέχνης έχει επιτύχει ένα επίπεδο ωρίμανσης στη καταγραφή του χρόνου μέσα από τη συνείδηση της προσωπικής εμπειρίας.
Εβίτα Τσοκάντα